(Άρθρο): "Συνταγματική Αναθεώρηση: Μια ευκαιρία θεσμικής επανεκκίνησης για τη Δημοκρατία του 21ου αιώνα"

Άρθρο του Βουλευτή Β΄ Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας, κ. Θεόδωρου Καράογλου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παρόν" στις 28 Φεβρουαρίου 2026

Συνταγματική Αναθεώρηση: Μια ευκαιρία θεσμικής επανεκκίνησης για τη Δημοκρατία του 21ου αιώνα

Ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ότι κάθε ενεργός πολίτης που προσεγγίζει τα δημόσια πράγματα με αντικειμενική κρίση οφείλει να αναγνωρίσει ότι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς την πολιτική περνά αναπόφευκτα μέσα από τη θεσμική ανασυγκρότηση. Στο πλαίσιο αυτό η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια αφηρημένη νομική διαδικασία, αλλά η ευκαιρία να οικοδομηθεί ένα κράτος πιο αποτελεσματικό, πιο λειτουργικό και περισσότερο ικανό να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Παράλληλα, παρέχει τη δυνατότητα στην Πολιτεία να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες λειτουργίας της, να περιορίσει ή και να εξαλείψει χρόνιες παθογένειες και να προετοιμάσει την κοινωνία μας για τις πολυεπίπεδες προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Όπως έχω επισημάνει και στο βιβλίο μου με τίτλο «Ορκίζομαι», η συνταγματική αναθεώρηση που φιλοδοξεί να αντέξει στον χρόνο οφείλει να εκφράζει τις ανάγκες της κοινωνίας, να ενισχύει το κράτος δικαίου, να θωρακίζει τους θεσμούς και να αναβαθμίζει ουσιαστικά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Οι προτάσεις που είχα καταθέσει μέσα από τις σελίδες εκείνου του βιβλίου παραμένουν επίκαιρες, αφού τέθηκαν προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο με γνώμονα την ανάγκη αναβάθμισης του πολιτικού συστήματος. Μία από τις βασικές κατευθύνσεις αφορά τη μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του κοινοβουλευτικού έργου. Παράλληλα, πρότεινα την εκλογή όλων των βουλευτών μέσα από μικρότερες εκλογικές περιφέρειες, ώστε να ενισχυθεί η άμεση σχέση εκπροσώπου και πολίτη, καθώς και η αντικατάσταση των Βουλευτών Επικρατείας από εκπροσώπους του απόδημου Ελληνισμού, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο ουσιαστική φωνή στην ομογένεια.

Σημαντική διάσταση της θεσμικής αναβάθμισης αποτελεί και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της ψήφου του βουλευτή, η καθιέρωση σταθερής τετραετούς κοινοβουλευτικής θητείας και η θέσπιση ορίων θητειών για όλους τους αιρετούς. Πρόκειται για προτάσεις που στοχεύουν στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού και στη διασφάλιση πολιτικής σταθερότητας, χωρίς αιφνιδιασμούς που διαταράσσουν τη δημοκρατική κανονικότητα.

Εξίσου κρίσιμη, κατ’ εμέ, είναι η θεσμική θωράκιση του πολιτεύματος. Προτάσεις όπως η κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, η κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ο σαφής διαχωρισμός εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας με ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, η στελέχωση εξεταστικών επιτροπών από δικαστικούς λειτουργούς, ο ουσιαστικός έλεγχος του «πόθεν έσχες», ο ετήσιος έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων και η μείωση των εκλογικών δαπανών αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, αναδεικνύουν αυτήν την αναγκαιότητα.

Η ουσία, ωστόσο, της σχετικής συζήτησης δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες διατάξεις. Η συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να περιοριστεί σε αποσπασματικές διορθώσεις άρθρων. Το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε θεμέλιο της Μεταπολίτευσης και υπηρέτησε τη χώρα σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όμως αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις του 20ού αιώνα. Σήμερα, η Ελλάδα καλείται να λειτουργήσει σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: ψηφιακό, παγκοσμιοποιημένο, απαιτητικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο.

Η χώρα χρειάζεται ένα Σύνταγμα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του 21ου αιώνα. Ένα Σύνταγμα που θα ενσωματώνει σύγχρονες αντιλήψεις για την οικονομία, την παιδεία, το κοινωνικό κράτος, τη λειτουργία των θεσμών και τη σχέση κράτους και πολίτη.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί, τελικά, μια ιστορική ευκαιρία. Όχι απλώς για αλλαγές στο νομικό κείμενο, αλλά για μια βαθύτερη ανανέωση της δημοκρατικής λειτουργίας.